Aug 10, 2012

Nikos Deja Vu - Βασίλειος Β' ο Μακεδόνας ή Βουλγαροκτόνος (Basil B' the Macedon or the Bulgar-slayer)

Βασίλειος Β' o Μακεδόνας

Όταν οι Ελληνες ανέκτησαν τήν Πόλη, από τούς Λατίνους, τό 1261, βρήκαν στό νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στόν οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπεκτικά στό στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στόν σκελετό, ήταν παραβιασμένος καί συλλημένος ένας τάφος μέ μία επιγραφή πού έγραφε: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΙΣΤΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ. Αυτός λοιπόν ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε νά δώσει στό Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος τήν μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ηταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στήν πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τά βαθιά του γεράματα, έσωσε τήν Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, ήταν ο άνθρωπος πού απώθησε τούς Αραβες καί τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία, καί τούς Σαρακηνούς από τήν Καλαβρία. Ηταν εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα τήν παντοδύναμη αριστοκρατία πρός όφελος των ακτημόνων καί των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τά ταμεία του κράτους. Τό κράτος του ήταν καί οικονονικά παντοδύναμο, μέ εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τίς εισαγωγές. Αναφέρεται δέ, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τά εμπορικά πλοία κατά τήν έξοδό τους από τά στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τόν φόρο πού πλήρωναν κατά τήν είσοδό τους στά στενά. Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας ηταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσσους θέτοντας έτσι τά θεμέλια του πολιτισμού τους. Ηταν ο γιός της φόνισσας, ένα βάρος πού τό κουβαλούσε σέ όλη του τή ζωή, πού τόν συγκράτησε από τήν πολυτέλεια, τήν χλιδή, τήν επίδειξη καί τόν εμπόδισε νά εμπιστευτεί γυναίκα γιά σύντροφο στόν αυτοκρατορικό θρόνο. Εζησε όλη του τήν ζωή σάν απλός στρατιώτης καί ετάφη χωρίς πομπές καί επισημότητες.

BASIL (Vasilios) II

Τό ελληνικό κράτος μετά τόν θάνατό του Βουλγαροκτόνου, περιελάμβανε περιοχές πού κατοικούνταν από Ελληνες, αρκετές χιλιετίες πρίν. Ανατολικά από τήν Σικελία του Αρχιμήδη, μέχρι δυτικά στόν Πόντο τού Διογένη καί του Στράβωνα, καί στήν Καισάρεια του Μεγάλου Βασιλείου, καί βόρεια από τήν Μακεδονία του Φιλίππου καί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι τήν Κύπρο καί τήν Κρήτη του Μίνωος. H Eλληνική γλώσσα, ακουγόταν όπως καί στήν αρχαιότητα, από τόν Δούναβη μέχρι τόν Ευφράτη, καί από τήν Βάρη της Ιταλίας μέχρι τήν Χερσώνα της Κριμαίας. Κατά τόν Schlumberger, τόν μεγαλύτερο βυζαντινολόγο πού έγραψε χιλιάδες σελίδες γία τόν Βασίλειο τόν Β' τόν Βουλγαροκτόνο: "η βασιλεία του υπήρξε μακροτάτη καθ'όλην τήν ύπαρξιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καί μία των πλέον μακροχρονίων της παγκοσμίου Ιστορίας. Μέ τόν θάνατό του εξέλιπεν η μεγαλυτέρα καί ενδοξοτέρα φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Ελληνισμού."

Βυζαντινό Χειρόγραφο

Mετά τόν αιφνίδιο θάνατο του άτεκνου Ιωάννη Τσιμισκή, ο θρόνος περιήλθε στούς δύο νόμιμους κληρονόμους της Μακεδονικής Δυναστείας, Βασίλειο καί Κωνσταντίνο, οι οποίοι ήταν έφηβοι 18 καί 16 ετών αντιστοίχως. Ενώ ο Βασίλειος υπήρξε άνθρωπος εγκρατής, καρτερικός, αυστηρός μέ αδάμαστη θέληση, σπάνια αίσθηση του καθήκοντος καί εξαιρετικές ικανότητες, ο αδελφός του ήταν αδιάφορος γιά τά κοινά, ακόλαστος καί επιρρεπής στίς διασκεδάσεις, στά κυνήγια καί στά συμπόσια. Στά πρώτα χρόνια της βασιλείας καί συγκεκριμένα από τό 976 μέχρι τό 985, τήν διοίκηση ουσιαστικά τήν ασκούσε ο πρόεδρος της Συγκλήτου, ο πολυμήχανος ευνούχος Βασίλειος. Τό έτος 985 ο νεαρός αυτοκράτορας απομάκρυνε επιτέλους τόν παρακοιμώμενο Βασίλειο καί ανέλαβε καί ουσιαστικά τήν διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Πρόλαβε μάλιστα καί τήν συνομωσία πού ετοίμαζε ο παρακοιμώμενος, δήμευσε τήν περιουσία του καί τόν περιόρισε σέ μοναστήρι όπου μετά από λίγο πέθανε.

Ο νεαρός αυτοκράτορας εκτός από τόν ικανότατο βασιλιά των Βουλγάρων, Σαμουήλ, είχε νά αντιμετωπίσει τήν ανταρσία του "δυνατού" Βάρδα Σκληρού καί του στρατηγού Βάρδα Φωκά οι οποίοι διεκδικούσαν ο καθένας γιά λογαριασμό του τόν θρόνο από τόν άπειρο αυτοκράτορα ενώ ταυτόχρονα είχαν τήν υποστήριξη των μεγάλων γαιοκτημόνων της Μ. Ασίας καί των αριστοκρατικών οικογενειών, πού απαριθμούσαν πολλούς ικανούς στρατιωτικούς. Τά πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βασιλείου δέν μπορούσαν νά είναι χειρότερα. Οι Βούλγαροι υπό τόν αρχηγό τους Σαμουήλ είχαν τόν πλήρη έλεγχο της Μακεδονίας ενώ μέ συχνές επιδρομές λεηλατούσαν καί τίς περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς καί της Πελοποννήσου. Η Λάρισα πού κατελήφθη τό 986 ισοπεδώθηκε καί ολόκληρος ο πληθυσμός της σκλαβώθηκε καί μεταφέρθηκε στήν Πρέσπα. Ας παρακολουθήσουμε τό ποίημα του Ιωάννου του Γεωμέτρου πού περιγράφει τίς συμφορές των ελληνικών θεμάτων από τούς βάρβαρους εισβολείς: "Σκυθών (Βουλγάρων) μέν πλήθος διατρέχουσι τάς επαρχίας ταύτας απανταχού διασπειρόμενοι, ωσεί ήσαν εν τη ιδία αυτών πατρίδι. Πρόρριζον δ'εκτέμνουσιν αυτής τήν ευγενή βλάστησιν ανδρών ακάμπτων καί σιδηρών τήν φύσιν καί τό ξίφος θερίζει τάς γενεάς των νηπίων. Καί κρατούσι μέν ταύτα εν ταίς αγκάλαις αυτών αι μητέρες, αλλ'εξαρπάζουσιν αυτά οι πολέμιοι διά των βελών θανατούντες. Κόνις λεπτή νυν κείνται αι τό πρίν οχυρώταται πόλεις. Καί τά κτήνη νέμονται σήμερον τό έδαφος, εν ώ άλλοτε άνθρωποι έζων. Ταύτα βλέπων οίμοι! πώς νύν θά παύσω δακρύων; ούτω πυρπολούνται οι αγροί ημών καί αι πόλεις!"

Τό 986 ο αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης τέθηκε επικεφαλής ισχυρού στρατού καί αποφάσισε νά κτυπήσει τόν εχθρό στήν πρωτεύουσά του τήν Τριαδίτσα (αρχαία Σαρδική, σημερινή Σόφια). Αφησε τόν Λέοντα Μελισσηνό μέ φρουρά στήν Φιλιππούπολη, νά φυλάει τά νώτα του καί αφού διέσχισε τήν κοιλάδα του Εβρου καί τά δύσβατα μονοπάτια της Ροδόπης έφτασε στήν Τριαδίτσα τήν οποία πολιόρκησε ανεπιτυχώς. Κατά τήν υποχώρησή του παγιδεύτηκε από τούς Βούλγαρους σέ μία βαθιά χαράδρα, καί στίς 16 Αυγούστου 986, ο Ελληνικός στρατός υπέστη πανωλεθρία. Ο ίδιος ο Βασίλειος σώθηκε τήν τελευταία στιγμή, χάρις τήν βοήθεια των πιστών στρατηγών του Νικηφόρου Ουρανού καί Νικήτα Χρυσολωρά. Σημαντικό ρόλο στην αποτυχία της εκστρατείας έπαιξε και ο στρατηγός Κοντοστέφανος, ο οποίος εξυπηρετώντας τούς σφετεριστές του θρόνου, τόν πληροφόρησε ψευδώς πώς ο Λέων Μελισσηνός είχε εγκαταλήψει τήν θέση του στήν Φιλιππούπολη. Ο Κοντοστέφανος τιμωρήθηκε γιά τήν προδοσία του, αλλά τά θέματα της αυτοκρατορίας ήταν πάλι στό έλεος του Σαμουήλ, ο οποίος διεύρυνε τά σύνορα του κράτους του από τό Αδριατικό Πέλαγος μέχρι τόν Εύξεινο Πόντο. Αργότερα κατέλαβε καί τό ισχυρό κάστρο της Βέροιας.

Πόλεμοι καί Διπλωματία του Βασίλειου Β'

Η τρομερή ήττα από τούς Βούλγαρους έφερε στό προσκήνιο τούς εσωτερικούς εχθρούς πού προαναφέραμε, τόν Βάρδα Φωκά καί τόν Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη και στρατοπέδευσε με το στρατό του στην Χρυσούπολη, στην ασιατική ακτή της Μ. Ασίας απέναντι από την Πόλη, ενώ ένα άλλο τμήμα του στρατού του τό απέστειλε στήν Αβυδο, γιά νά επιχειρήσει συνδυασμένη επίθεση από ξηρά καί θάλασσα κατά της πρωτεύουσας. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες γιά τόν Βασίλειο. Όμως ο αυτοκράτορας δέν ήταν πλέον ο νεαρός άνδρας πού ανέβηκε στόν θρόνο άπειρος καί χωρίς ερείσματα. Η παρουσία του στόν θρόνο επί μία δεκαετία σχεδόν, τόν είχε πλουτίσει μέ αρκετή εμπειρία, ενώ καί ο ίδιος ο χαρακτήρας του ήταν εκ φύσεως επίμονος καί ανυποχώρητος. Μέ 6.000 Ρώσσους μισθοφόρους καί μέ τά εναπομείναντα πιστά στό πρόσωπο του στρατεύματα, ο Βασίλειος κινήθηκε εναντίον του Φωκά, ο οποίος καθυστερώντας αδικαιολόγητα, έδωσε τήν ευκαιρία στόν αντίπαλο του νά οργανωθεί καί νά αναλάβει τήν πρωτοβουλία των κινήσεων. Αφού νίκησε στήν Χρυσόπολη καί κατάστρεψε τόν στόλο του Φωκά, ο Βασίλειος μαζί μέ τόν αδελφό του Κωνσταντίνο, στρατοπέδευσε στήν Aβυδο του Ελλήσποντου, γιά νά επιφέρει τό τελειωτικό πλήγμα κατά του Φωκά. Μετά από κάποιες μέρες ηρεμίας, κατά τίς οποίες τά δύο στρατεύματα αντιπαρατάσσονταν χωρίς νά αποφασίζουν νά επιτεθεί κάποιο από τά δύο, ο Φωκάς αποφάσισε νά κινηθεί πρώτος. Μόλις όμως ξεκίνησε τήν έφοδο, ο Βάρδας Φωκάς έπεσε νεκρός κεραυνοβολημένος. Αν καί είναι πιθανόν νά υπέστη καρδιακή συγκοπή, κάποιοι άλλοι ιστορικοί ισχυρίστηκαν πως ο στρατηγός αυτός δηλητηριάστηκε. Τό στράτευμα του Φωκά παραδόθηκε καί οι άμεσοι συνεργάτες του θανατώθηκαν.

Τό 989, οπότε έχουμε τήν εμφάνιση ενός πολύ φωτεινού κομήτη καί τήν πτώση του Τρούλου της Αγίας Σοφίας από ισχυρότατο σεισμό, ο έτερος αντίπαλος, ο Σκληρός αποδεχόμενος τις προτάσεις του Βασίλειου ο οποίος "Κορέσθητι χύνων αίμα χριστιανών", συνθηκολόγησε. Ο νεαρός βασιλεύς όχι μόνο δέν τιμώρησε τόν διεκδικητή του θρόνου, αλλά τόν χρησιμοποίησε καί ως σύμβουλό του. O Gustave Schlumgerger μας παραθέτει ακριβώς καί τίς συμβουλές πού έδωσε ο γέροντας Σκληρός: "Συνεβούλευσε τω βασιλεί νά μήν ανεχθή αντί οίας δήποτε θυσίας εν τη αυτοκρατορία λειτουργούς υπεράγαν ισχυρούς, μηδενί δέ των πρωτευόντων στρατηγών νά επιτρέψη νά κατέχη μεγάλα πλούτη, νά βαρύνη πάντας ακαταπαύστως δι'ως μάλιστα αυθαιρέτων εισπράξεων αναγκάζων αυτούς ούτω νά αφιερώσιν εξ'ολοκλήρου χρόνον καί προσοχήν εις τάς ιδιωτικάς αυτών υποθέσεις καί εμποδίζων αυτούς νά καταστώσιν ισχυροί ή επικίνδυνοι, νά μή υπομείνη μηδεμίαν γυναικείαν εν τω Ιερώ Παλάτιω επίδρασιν, πρός ουδένα δέ οίον δήποτε νά φαίνηται ηγεμών επιεικής καί επί πάσι τούτοις νά μή ανακοινώνη τά μυστικότατα των σχεδίων του ή εις ελάχιστον αριθμόν".

Τήν εποχή αυτή συνέβη παράλληλα καί ο εκχριστιανισμός των Ρώσσων, ενός λαού σκανδιναβικής προέλευσης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στό Κίεβο τόν 9ο αιώνα, καί συγχωνεύτηκαν μέ τούς κατοίκους της περιοχής πού ήταν Σλαβικής καταγωγής. Οι Ρώς έτσι άφησαν τό σκότος της ειδωλολατρείας καί εκπολιτίζοταν, ενώ ταυτόχρονα τό Βυζάντιο εξασφάλιζε ένα απέραντο χώρο πολιτικής, οικονομικής καί πνευματικής ακτινοβολίας θέτοντας υπό τήν πνευματική του χειραγωγία τό νέο χριστιανικό Ρωσσικό κράτος καί τή Ρωσσική Εκκλησία.

Ο Βασίλειος λοιπον, τίς δύσκολες ώρες του 988-989, χωρίς στρατό και ικανούς αξιωματικούς, στράφηκε προς τόν ηγέτη των Ρώς, Βλαδίμηρο. Μέ μία αντιπροσωπεία του στό Κίεβο, στήν αυλή του δούκα Βλαδίμηρου, ζήτησε τήν συνδρομή του τελευταίου, υποσχόμενος πλούτη καί σπουδαία δώρα. Ο Βλαδίμηρος συναίνεσε στό αίτημα του Βασίλειου, αλλά ζήτησε καί κάτι παραπάνω, τό χέρι της πορφυρογέννητης αδελφής του Βασίλειου, της Aννας. Η επιλογή γιά τόν αυτοκράτορα ήταν πολύ δύσκολη, γιατί πανάρχαια παράδοση απαγόρευε νά δίνονται σύζυγοι σέ βάρβαρους ηγεμόνες πορφυρογέννητες πριγκίπισσες. Όμως η ανάγκη ήταν μεγάλη καί τελικά ο Βασίλειος, παρά τίς αντιρρήσεις της αδελφής του, αποδέχτηκε τήν απαίτηση του Βλαδίμηρου, θέτοντας μέ τήν σειρά του ως όρο νά βαπτισθούν χριστιανοί ο Βλαδίμηρος καί ο λαός του. Μόλις ο ρώσσος δούκας συναίνεσε στόν όρο του Βασιλείου, η συμφωνία κλείστηκε καί στήν Κωνσταντινούπολη έφτασαν στρατεύματα από τήν Ρωσία, οι Βάραγγοι, ένα φύλο σκανδιναβικής καταγωγής, σκληροτράχηλοι καί πιστοί στρατιώτες, πού έμελλε νά γίνονται σωματοφύλακες του εκάστοτε βασιλιά του Βυζαντίου. Ο Βασίλειος όμως καθυστερούσε νά στείλει τήν αδελφή του καί ο Βλαδίμηρος κατέλαβε τήν Χερσώνα, της Κριμαίας. Ο αυτοκράτορας θορυβημένος αναγκάστηκε νά συμμορφωθεί μέ τούς όρους της συμφωνίας καί νά επιτρέψει τήν αναχώρηση της αδελφής του, μαζί μέ αρκετούς επισκόπους πού ανέλαβαν νά φέρουν εις πέρας τό έργο του εκχριστιανισμού των Ρωσσων. Το 989, ο Βλαδίμηρος καί ο λαός του βαπτίσθηκαν στήν εκκλησία του Αγίου Βασιλείου στήν Χερσώνα καί μετά τήν βάπτιση τελέστηκαν οι γάμοι του μέ τήν πριγκίπισσα Αννα. Πρέπει νά αναφέρουμε ότι καί μέ τούς πολέμους καί μέ τήν τρομερή τους διπλωματία οι Βυζαντινοί διατηρούσαν τό μεγάλο τους κράτος. Μία διπλωματία πού δυστυχώς αντί γιά εμάς τήν κληρονόμησαν οι γείτονες μας Τούρκοι...

Tό απόγειον της δόξας

Μετά τήν εδραίωση της κυριαρχίας του στό εσωτερικό, ο Βασίλειος αφοσιώθηκε στόν αγώνα εναντίον των εξωτερικών εχθρών του Βυζαντίου. Γιά όλο τό υπόλοιπο της ζωής του, δέν σταμάτησε νά πολεμά σέ διάφορα μέτωπα, αν καί έγινε ευρύτερα γνωστός γιά τήν συντριβή των Bουλγάρων. Όμως οι επιτυχίες του μεγάλου στρατηλάτη αυτοκράτορα δέν περιορίστηκαν μόνο στό μέτωπο αυτό, αλλά σχεδόν σέ όλες τίς εκστρατείες του κατάφερε νά έχει θετικά αποτελέσματα. Μέ υπομονή καί επιμονή, μέ θάρρος καί προσωπικές θυσίες, περνώντας όλη τήν ζωή του στά στρατόπεδα σάν απλός στρατιώτης, πέτυχε νά διαλύσει τό ισχυρό βουλγαρικό κράτος καί νά ενισχύσει τίς βυζαντινές θέσεις σέ όλη τήν γραμμή των συνόρων, στά ανατολικά καί τά δυτικά. Στίς αρχές του 991 επανήλθε στό μέτωπο της Βαλκανικής, αφού πέρασε από τήν Θεσσαλονίκη γιά νά αποδώσει ευχαριστήρια στόν μεγαλομάρτυρα Αγιο Δημήτριο. Αποκατάστησε διπλωματικές επαφές μέ τούς άρχοντες της Κροατίας καί της Σερβίας, ώστε νά αποκλείσει από τά βόρεια τόν Σαμουήλ. Η εκστρατεία αυτή του Βασιλείου διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ο Βασίλειος γνώριζε πώς ο στρατός των Βουλγάρων, ήταν ισχυρότερος από τόν Ελληνικό γι'αυτό επισκέπτονταν ο ίδιος τά Ελληνικά φρούρια καί οχυρά στήν Βαλκανική, έδινε προσωπικά οδηγίες στούς διοικητές τους, τούς εμψύχωνε καί τούς κατεύθυνε ως πρός τό είδος του πολέμου πού έπρεπε νά διαλέξουν απέναντι στούς αντιπάλους. Αυτός ο πόλεμος βασιζόταν σέ αιφνιδιαστικές επιθέσεις καί αναδιπλώσεις στά οχυρά, σέ συνεχείς παρενοχλήσεις των βουλγαρικών στρατευμάτων χωρίς να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους οι ίδιοι. Μέχρι το 995, ο Βασίλειος συνέχισε τόν ανταρτοπόλεμο του μή δίνοντας στόν Σαμουήλ τήν ευκαιρία νά αντιπαρατεθούν σά ανοικτό πεδίο.

Την χρονιά αυτή, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε εναντίον της Συρίας, όπου ο διοκητής της Αντιόχειας είχε ηττηθεί από τους σουλτάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες και τό Χαλέπιον κινδύνευε να πέσει στα χέρια τους. Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν τρομερή γιά τά δεδομένα της εποχής. Σέ δεκαπέντε μόλις μέρες ένας στρατός 40000 αντρών διέσχισε τήν απόσταση από τίς χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τίς ερήμους της Συρίας. Αλλά ας αφήσουμε τόν Schlumberger νά μάς περιγράψει τίς αντιδράσεις των Αιγυπτίων πού πολιορκούσαν τό Χαλέπιον της Συρίας. "Η της αφίξεως του βασιλέως φοβερά αγγελία ούτω αιφνιδίως επισκήψαντος υπήρξε κεραυνός διά τόν Αιγύπτιον στρατηγό. Ούτω δέ εταράχθη εκ της τρομεράς από Βορρά περιελθούσης αυτώ ειδήσεως αυτός ο πιστεύων ότι ωρών μόνον εσκέφθη πλέον, νά φύγη. Διότι κατέπληξεν αυτόν ο μέγας ούτος των Ρούμ αυτοκράτωρ, όστις διασχίσας εν καλπασμώ ως εκ θαύματος μετά του στρατού αυτού ολόκληρον τήν αυτοκρατορίαν του ευρίσκετο ήδη εν αποστάσει πορείας ολίγων μόνο ωρών καί δή, ότε επίστευεν ότι διετέλει ων εν μέση Βουλγαρία. Πιθανώς δέ εν τη καταπτοήσει επί τοις πρώτοις αγγέλμασι τό πλήθος του Ελληνικού στρατού εμεγαλύνθη υπερμέτρως. Αυθωρεί λύσας τήν πολιορκίαν της πόλεως, ης επί τοσούτους μήνας αντεποιείτο καί δι'ην τοσούτους είχε θυσιάσει στρατιώτας". Η παρουσία καί μόνον του Ελληνα βασιλέα έτρεψε σέ φυγή όλους τούς εχθρούς πού απειλούσαν τά νοτιοανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Αφού όρισε διοικητή της Αντιόχειας τόν Δαμιανόν Δαλασσηνόν, αντί του Μιχαήλ Βούρτζη, ο Βασίλειος επανήλθε στήν πρωτεύουσα.

Ο Σαμουήλ όμως επωφελήθηκε και άρχισε να λεηλατεί τήν Μακεδονία. Κατέλαβε πάλι τήν Βέροια καί πολιόρκησε τήν συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη, όπου φόνευσε τόν διοικητή της Γρηγόριο Ταρωνίτη καί αιχμαλώτισε τόν γιό του. Αργότερα (997) κατέβηκε πιό νότια, μέχρι τήν Πελοπόννησο, προκαλώντας τρομερές καταστροφές καί διαπράττοντας ανήκουστες βιαιοπραγίες. Σοβαρή αντίσταση βρήκε μόνο στό Γαλαξείδι, όπου οι κάτοικοι πολέμησαν μέ μεγάλη ανδρεία καί επρώτευσε κάποιος Γαλαξειδιώτης ονόματι Χαραλάμπης. Επιστρέφοντας όμως ο τσάρος των Βουλγάρων προς τήν Βουλγαρία, μέ τήν λεία του πού τήν αποτελούσαν χιλιάδες αιχμάλωτοι καί πλήθος από πολύτιμα σκεύη, συναντήθηκε στόν Σπερχειό ποταμό μέ τόν στρατηγό του Βασιλείου, Νικηφόρο Ουρανό. Οι δύο στρατοί στρατοπέδευσαν στίς απέναντι όχθες του ποταμού ο οποίος ήταν πλημμυρισμένος λόγω των συνεχών βροχοπτώσεων. Οι Βούλγαροι, μεθυσμένοι από τήν χαρά, τό κρασί καί τά πλούσια λάφυρα, υποτίμησαν τούς αντιπάλους καί αιφνιδιάστηκαν όταν οι Ελληνες κατάφεραν νά διέλθουν από ένα διαβατό σημείο του ποταμού κατά τήν διάρκεια της νύκτας καί επέδραμαν κατά του στρατοπέδου τους. Επακολούθησε τρομερή σφαγή των Βουλγάρων οι οποίοι μισοκοιμισμένοι δέν αντιστάθηκαν καθόλου καί χάθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Σαμουήλ μέ τον γιό του προσποιήθηκαν τούς νεκρούς καί τραυματισμένοι κατόρθωσαν νά γλυτώσουν. Αφού περιπλανήθηκαν στά βουνά γιά δέκα ημέρες έφτασαν τελικά στήν Αχρίδα. Η μάχη του Σπερχειού, το 997, είναι μία σπουδαία καμπή στόν πόλεμο μεταξύ των Βουλγάρων καί των Ελλήνων καί σημαδεύει τήν απαρχή της νικηφόρας πορείας των Ελληνικών στρατευμάτων.

O Σαμουήλ γρήγορα κατάφερε νά αναδιοργανώσει τόν στρατό του καί νά αρχίσει μία σειρά επιθέσεων σέ διάφορα φρούρια καί πόλεις της δυτικής Βαλκανικής. Τό 998, κατέλαβε τό Δυρράχιο καί τήν Διόκλεια. Ο Βασίλειος κατελάμβανε φρούρια καί κλεισούρες στήν ανατολική Μακεδονία. Ο γιός του Ταρωνίτη, Ασώτιος, εγλύτωσε τήν ζωή του, χάρις τήν αγάπη της κόρης του Σαμουήλ, η οποία έπεισε τόν πατέρα της νά τούς παντρέψει. Πράγματι παντρέυτηκαν καί εγκαταστάθηκαν οι δύο νέοι στό Δυρράχιο (αρχαία Επίδαμνος). Στήν πρώτη ευκαιρία δραπέτευσαν καί έφτασαν στήν Βασιλεύουσα όπου πληροφόρησαν τόν Βασίλειο γιά τήν πρόθεση του άρχοντα του Δυρραχίου, Χρυσηλίου, νά παραδώσει τήν πόλη στόν αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος απέστειλε τόν Ευστάθιο Δαφνομήλη, ο οποίος παρέλαβε τό μεγάλο λιμάνι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα γιά τόν Σαμουήλ, ο οποίος έβλεπε τήν αυτοκρατορία του να κλονίζεται. Ομως ο Ελληνας αυτοκράτορας δέν μπόρεσε νά τόν αντιμετωπίσει όπως θά ήθελε, γιατί αναγκάστηκε τό 999 νά εκστρατεύσει καί πάλι στήν Συρία, όπου οι Αιγύπτιοι είχαν γίνει ξανά απειλητικοί.

Στήν Απάμεια της Συρίας ο Δαμιανός Δαλασσηνός είχε σκοτωθεί μαζί μέ έξι χιλιάδες στρατιώτες. Τό θέαμα των νεκρών Ρωμηών κλόνισε τόν Βασίλειο ο οποίος διέταξε τήν ταφή τους καί έκτισε εκκλησία γιά νά τιμήσει τήν μνήμη τους. Στίς 28 Οκτωβρίου 999, οι ελληνες πολιόρκησαν καί κατέλαβαν τήν Καισάρεια (Χαϊζάρ) της Συρίας καί αργότερα τήν Εμεσα (Χόμς), καί τήν Ηλιούπολη τίς οποίες καί ισοπέδωσαν. Αφού απέτυχε ο Βασίλειος νά καταλάβει τήν Τρίπολη του Λιβάνου, εγκατέλειψε τήν πολιορκία καί τήν 1η Ιανουαρίου 1000, έφτασε στήν Αντιόχεια όπου γιόρτασε τήν έλευση του νέου έτους. Αφού ενίσχυσε τις βυζαντινές θέσεις, ο βασιλέας των Ελλήνων στράφηκε βόρεια πρός τήν Αρμενία καί τή Γεωργία (Ιβηρία), οι οποίες πιεζόμενες από διάφορες τουρκμενικές καί σελτζουκικές φυλές ζήτησαν τήν βοήθεια του. Από τά κράτη αυτά, ο Βασίλειος απέσπασε κάποια σημαντικά συνοριακά εδάφη, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας, Δαυΐδ παραχώρησε τό βασίλειο του οικειοθελώς στόν Βασίλειο, ενώ ο αυτοκράτορας συνήψε συμφωνία μέ τούς πρίγκηπες του Ανί και του Βασπουραχάν πώς μετά τόν θάνατο τους τά βασίλεια τους θά περιέρχονταν στή βυζαντινή εξουσία. Πράγματι, τό Βασπουραχάν έγινε μέρος της βυζαντινής επικράτειας τό 1021, ενώ τό Ανί ακολούθησε τό 1045. Θά παραμείνουν στή βυζαντινή εξουσία μέχρι τήν καταστροφική μάχη του Μαντζικέρτ (Μαναζκέρδης) τό 1071, μετά τήν οποία θά περιέλθουν στά χέρια των Σελτζούκων. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος από τήν πετυχημένη εκστρατεία του στήν Γεωργία καί Αρμενία, σταμάτησε στήν Καππαδοκία, στό Θέμα του Χαρσιανού, όπου τόν υποδέχτηκε ο πολύ πλούσιος άρχοντας, ονόματι Ευστάθιος Μαλεϊνός. Η τόσο πλούσια φιλοξενία καί γεμάτη χλιδή περιποίηση του Μαλεϊνού προβλημάτισε τόν Βασιλέα, ο οποίος δέν είχε ξεχάσει τίς συμβουλές του γέροντα Σκληρού. Εξανάγκασε λοιπόν τόν πλούσιο άρχοντα νά τόν συνοδεύση στήν Βασιλεύουσα όπου παρέμεινε εκεί μέχρι τό τέλος της ζωής του.

Ο διακανονισμός των ζητημάτων πού αφορούσαν τήν Αρμενία, τήν Γεωργία καί τήν Συρία, γύρω στά 1000, επέτρεψε στόν αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης νά στρέψει απερίσπαστος τήν προσοχή του στήν αντιμετώπιση του Σαμουήλ. Με μεθοδικές κινήσεις, μέ μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ξεκίνησε μία εκστρατεία που διήρκεσε 14 ολόκληρα χρόνια, χειμώνα καί καλοκαίρι, μήν δίνοντας στόν αντίπαλο τήν ευκαιρία νά αναπνεύσει ούτε στιγμή, περικυκλώνοντας τον καί χτυπώντας τον στά αδύνατα σημεία του, μέχρι τήν ολοκληρωτική συντριβή του καί τήν τελική του παράδοση. Τόν Μάρτιο του 1001 μέ τόν Πρωτοσπαθάριο Νικηφόρο Ξιφία καί τόν Πατρίκιο Θεοδωροκάνο, στράφηκε στίς δυτικές επαρχίες του βουλγαρικού κράτους καί κατέλαβε τήν Πρεθσλαύα. Στρεφόμενος νότια, κατέλαβε τήν Βέροια, τήν Καστοριά καί τά Σέρβια. Τά Σέρβια ήταν πανίσχυρο κάστρο καί τήν άμυνα είχε αναλάβει ο προδότης Νικολιτζάς, ο οποίος ήταν πιστός στόν Σαμουήλ καί τόν είχε βοηθήσει νά καταλάβει τήν Λάρισα. Υστερα από εικοσαήμερη πολιορκία, έπεσαν τά Σέρβια, καί Βασίλειος χάρισε τήν ζωή του προδότη. Ο Νικολιτζάς έμελλε όμως νά δραπετεύσει καί νά τρέξει νά επανασυνδεθεί μέ τόν στρατό του Σαμουήλ. Η Θεσσαλία όμως, είχε απαλλαγεί από τόν βουλγαρικό κίνδυνο καί ο Ελληνικός στρατός φαινόταν ότι είχε ξεπεράσει σέ αξία καί ισχύ τόν Βουλγαρικό.

Τά Βοδενά, η σημερινή Έδεσσα, υποτάχθηκε στούς Ελληνες, ύστερα από πολιορκία πού κράτησε πολλές εβδομάδες, στό έτος 1002. Η ιαχή "Βασίλειε σύ νικάς", αντηχούσε πλέον σέ ολόκληρη τήν Μακεδονία. Αφού κατέλυσε τόν χειμώνα στήν Θεσσαλονίκη, τόν Μάϊο κατέλαβε τό Δορύστολο ή Σιλιστρία καί ύστερα από πολυήμερη πολιορκία τό Βιδύνιο, στόν Δούναβη ποταμό. Ο Σαμουήλ όμως ήταν άξιος καί πείσμωνας αντίπαλος. Σέ μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, τήν ημέρα τής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στίς 15 Αυγούστου επιτέθηκε στήν Αδριανού Πόλις, τήν λεηλάτησε καί αιχμαλώτησε τό σύνολο του πληθυσμού της. Ο Βασίλειος αναγκάστηκε νά κινηθεί νότια. Τό 1004 συναντώνται οι δύο στρατοί έξω από τά Σκόπια στίς δύο όχθες του ποταμού Αξιού. Επαναλήφθηκε τό ίδιο σκηνικό του Σπερχειού ποταμού. Οι Βούλγαροι πιό ανοργάνωτοι, θεώρησαν τούς εαυτούς τους ασφαλείς λόγω του πλημμυρισμένου ποταμού. Ο Βασίλειος όμως είχε δώσει εντολή νά βρεθεί πόρος διαβατός. Στρατιώτης ονόματι Αλέξιος κατόρθωσε νά βρεί πέρασμα, καί κατά τήν διάρκεια της νύκτας, ο Ελληνικός στρατός πέρασε κρυφά τό πλημμυρισμένο ποτάμι, καί έπεσε ως κεραυνός στό εχθρικό στρατόπεδο. Οι Βούλγαροι υπέστησαν δεινή ήττα, καί υποχώρησαν. Ηταν η σειρά του Ελληνα Βασιλιά νά μπεί στή σκηνή του Σαμουήλ καί νά καθήσει στόν θρόνο του, μετά τή ήττα του 986. Τό μόνο πού τόν στεναχώρησε ήταν ο θάνατος του παλληκαριού πού είχε ψάξει καί είχε βρεί τό πέρασμα. Τά Σκόπια, η πρωτεύουσα της αρχαίας Δαρδανίας, παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση.

Κάθε χρόνο ο Βασίλειος επανερχόταν στήν Μακεδονία πιέζοντας αφόρητα τόν Σαμουήλ, έχοντας ως σκοπό του τήν τελειωτική νίκη. Η μάχη που σημάδεψε την αρχή του τέλους έγινε στις 29 Ιουλίου του 1014, στά στενά του Κλειδίου (Κίμβα Λόγγου), μεταξύ των Σερρών καί του Μελενίκου. Ο Σαμουήλ είχε καταλάβει τά στενά εμποδίζοντας τήν διάβαση των βυζαντινών, χρησιμοποιώντας ολόκληρο τόν όγκο των στρατευμάτων του στήν επιχείρηση αυτή. Η πρώτη μέρα της μάχης ήταν νικηφόρα γιά τά εχθρικά στρατεύματα. Ο Νικηφόρος Ξιφίας όμως, ένας ακόμη ικανότατος στρατηγός του αυτοκράτορα, κατά τήν διάρκεια της νύκτας, βρήκε κάποιο πέρασμα καί βρέθηκε αναπάντεχα στίς πλάτες του Σαμουήλ. Η καταστροφή του βουλγαρικού στρατού ήταν ολοκληρωτική. Ο τσάρος των βουλγάρων διέφυγε μέ άτακτη υποχώρηση, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος των βουλγάρων στρατιωτών συνελήφθη αιχμάλωτος. Θέλοντας νά τελειώσει μιά γιά πάντα μέ τούς εχθρούς του, ο Βασίλειος έδωσε τότε μία τρομερή καί απάνθρωπη διαταγή. Αποφάσισε νά τυφλωθούν καί οι 15.000 αιχμάλωτοι, αφήνοντας σέ κάθε εκατοντάδα ένα μονόφθαλμο, ο οποίος θά οδηγούσε στόν Σαμουήλ τούς τυφλούς του στρατιώτες. Στήν Πρίλαπο, όπου είχε καταφύγει ο Σαμουήλ, αντίκρυσε τό τρομερό θέαμα των τυφλών στρατιωτών του καί σύμφωνα μέ τούς Κεδρηνό καί Σκυλίτζη, μετά από δύο μέρες ο τσάρος των βουλγάρων πέθανε από τήν λύπη του. Ο Ελληνας βασιλιάς δικαιώθηκε μέ τήν ενέργειά του αυτή καί απαλλάχτηκε από τόν άνθρωπο πού είχε απειλήσει τήν ακεραιότητα του κράτους του. Πολλοί κατακρίνουν καί όχι αδίκως τήν ενέργεια του αυτοκράτορα. Δέν πρέπει όμως νά λησμονούμε ότι οι Βούλγαροι πλησίασαν νά καταστρέψουν ολοσχερώς τόν Μεσαιωνικό Ελληνισμό καί έπρεπε αυτή η απειλή νά εκλείψει διά παντός. Εάν οι Παλαιολόγοι είχαν αντιμετωπίσει μέ τόν ίδιο τρόπο τούς Οθωμανούς, σίγουρα η κατάσταση της χώρας μας θά ήταν διαφορετική σήμερα. Οι Βούλγαροι όμως συνέχισαν πεισματικά τόν πόλεμο. Λίγο μετά τήν μάχη του Κλειδίου αποδεκάτισαν, στήν κοιλάδα της Στρουμνίτζας, απόσπασμα του ελληνικού στρατού μαζί μέ τόν στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη.

Τόν Σαμουήλ διαδέχθηκε ο γιός του Γαβριήλ, ο οποίος προσπάθησε νά συνθηκολογήσει μέ τόν αυτοκράτορα, αλλά δολοφονήθηκε από τόν εξάδελφο του Βλαδισλάβο, τό 1016. Ο τελευταίος άρχισε ειρηνευτικές συνομιλίες, μέ κύριο στόχο του νά αναδιοργανώσει τά κατάλοιπα του βουλγαρικού στρατού. Όμως ο ακαταπόνητος Βασίλειος δέν πίστεψε τίς ψεύτικες υποσχέσεις του βολιάδου καί συνέχισε νά κατακτά τήν μία πόλη μετά τήν άλλη. Κατέκτησε τά Βιτώλια (Μοναστήριον), τό Πρίλαπο, τό Στυπείον, τό Μελενίκο τά Μογλενά καί τά Βοδενά (Εδεσσα) πού είχαν ανακαταλάβει οι Βούλγαροι. Κατά τήν διάρκεια άλλης εκστρατείας ο Ιβάτζης παγίδευσε απόσπασμα του αυτοκρατορικού στρατού καί τό κατέσφαξε μαζί μέ τούς αρχηγούς του Γεώργιο Γονιτζιάτη καί Ορέστη. Τό 1017 οι μάχες συνεχίζονται ακατάπαυστα. Γιά νά καταλάβουμε τόν χαρακτήρα του Βουλγαροκτόνου, παραθέτουμε τό παρακάτω περιστατικό πού περιγράφει ο Σκυλίτζης: Σέ μία ένεδρα του Βλαδισλάβου, παγιδεύται η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού υπό τόν στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη. Ο Βασίλειος πού ακολουθούσε, καί ο οποίος ήταν γύρω στά εξήντα, πήδηξε στό άλογό του, ανεφώνησε "Οστις πολεμιστής, ακολουθείτω μοι", καί χωρίς νά κοιτάξει πίσω του, κάλπασε πρός τά εμπρός. Ο Διογένης διεσώθηκε, οι Βούλγαροι διασκορπίστηκαν καί όλες οι αποσκευές του Βούλγαρου Τσάρου περιήλθαν στά χέρια του αυτοκρατορικού στρατεύματος. Ο Βλαδισλάβος σκοτώθηκε πολιορκώντας τό Δυρράχιο το 1018 του οποίου τήν άμυνα είχε αναλάβει ο Νικήτας ο Πηγωνίτης. Αμέσως μετά ο Βασίλειος μπήκε θριαμβευτικά στήν Αχρίδα, μέ τήν κατάκτηση της οποίας τελείωσε ο πόλεμος πού είχε αρχίσει τό 986 καί διήρκεσε 32 ολόκληρα χρόνια. Τά κάστρα παραδίδονταν στόν βασιλιά, τό ένα μετά τό άλλο. Ο μόνος πού συνέχιζε πεισματικά νά μάχεται ήταν ο Ιβάτζης. Καί πάλι ο Σκυλίτζης μας αναφέρει αναλυτικά τήν περιπετειώση σύλληψη του βογιάρου. Ο Ιβάτζης ήταν οχυρωμένος στό απάτητο κάστρο του Βροχωτού, όταν μόνος μέ δύο συντρόφους, ο Κατεπάνω Ευστάθιος Δαφνομήλης κατέφθασε, προφασιζόμενος νά μιλήσει μέ τόν Ιβάτζη. Οι Βούλγαροι όταν είδαν τόν Ελληνα στρατηγό μόνο του, φυσικά δέν ανησύχησαν καί τόν εδέχτηκαν περίεργοι γιά τούς σκοπούς της επίσκεψεως του. Μετά από τό δείπνο, ο Δαφνομήλης εζήτησε κατ'ιδίαν συνδιάλεξιν πρός τόν Ιβάτζην. Αφού απομακρύνθηκαν σέ γειτονικό άλσος, ο πελώριος Ελληνας στρατηγός, τόν ακινητοποίησε καί μέ τήν βοήθεια των συντρόφων του πού ήταν κρυμμένοι, τόν ετύφλωσαν. Φέροντας σέ άθλια κατάσταση μπροστά από τούς Βούλγαρους στρατιώτες τόν αρχηγό τους, μέ βροντερή φωνή τούς έπεισε ότι κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη, γιατί σέ λίγο κατέφθανε ο αυτοκράτορας. Αυτό ήταν τό τέλος καί της τελευταίας εστίας αντίστασης των Βουλγάρων.

Ο Βασίλειος μετά τήν πλήρη κυριαρχία του στήν Μακεδονία, περιόδευσε στίς νότιες επαρχίες, όπου τά πλήθη συνέρρεαν νά τόν συναντήσουν καί νά τόν επεφημήσουν. Επισκέφθηκε τίς Θερμοπύλες πού είχαν γραφτεί σελίδες αντάξιας δόξας από τόν Σπαρτιάτη Λεωνίδα, πέρασε από τήν Θήβα πού ήταν τό κέντρο της παραγωγής μεταξιού όλης της αυτοκρατορίας, μέ πολυάριθμες βιοτεχνίες καί εξαγωγές πρός τήν Δύση. Στο τέλος δε έφτασε στήν πατρίδα των μαχητών του Μαραθώνος καί της Σαλαμίνας, τήν πόλη της Παλλάδος Αθηνάς. Εκεί, ανάβηκε τόν Παρθενώνα, πού είχε στό εσωτερικό του κτισμένο ναό πρός τιμήν της Θεοτόκου. Παραθέτουμε αφήγηση του σοφού ερευνητού Γάλλου Σλουμβερζέ: "Ενώ δέ χρόνω ο σεπτός νικητής των Βουλγάρων γονυκλινής ηυχαρίστει τήν Παναγίαν τήν Αθηνιώτισσαν, οι θεοί καί οι ήρωες του Φειδίου εν τη μεγαλοπρεπεί αυτών πομπή εθεώντο τόν γηραιόν αυτοκράτορα άνωθεν από των σεπτών ζωφόρων. Διότι οι των θαυμασίων συληταί Τούρκοι, Ενετοί καί Αγγλοι δέν είχον παρέλθει επί τόν ιερόν βράχον." Αξίζει νά αναφέρουμε μία λεπτομέρεια. Ο ενετός Μοροζίνι το 1688, έκλεψε από τόν Πειραιά ένα κολοσσιαίο αρχαίο άγαλμα που παρίστανε Λεοντάρι. Εξού καί οι Βενετοί ονόμαζαν τό λιμάνι Πόρτο Λεόνε. Τά λιοντάρια όπως γνωρίζουμε έμελλε νά αποτελέσουν σύμβολο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στό άγαλμα αυτό ήταν χαραγμένες επιγραφές άγνωστης γλώσσας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η γλώσσα ήταν σκανδιναβική καί οι επιγραφές ήταν χαραγμένες από τούς μισθοφόρους Ρώς του Αυτοκράτορα, ο οποίος τό 1018 επέστρεψε ναυτοπλοικώς στήν Θεοφύλακτη Κωνσταντινούπολη καί φυσικά γιά κάποιες ώρες είχε καταλύσει καί στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά. Πόσα καί πόσα δέν εκλάπησαν από τήν δύσμοιρη πατρίδα μας από τούς αναρίθμητους εισβολείς, κατά τήν διάρκεια των αιώνων! Ο Βασίλειος τουλάχιστον γιά κάποιο διάστημα είχε αποτρέψει τήν κλοπή έργων των προγόνων του. Η αίγλη της Ρωμηοσύνης τότε ήταν στό υψηλότερο σημείο πού είχε βρεθεί ποτέ.

Ο Βασίλειος δέν παρέλειψε νά ασχοληθεί καί μέ τίς υποθέσεις πού αφορούσαν τίς δυτικές επαρχίες του κράτους. Προσπάθησε νά δημιουργήσει διπλωματικές σχέσεις μέ τήν Γερμανική αυτοκρατορία η οποία διεκδικούσε μέ αξιώσεις τήν Κάτω Ιταλία, παραχωρώντας τήν αδελφή του Θεοφανώ, ως σύζυγο του Οθωνα Β'. Παραθέτω κρίσεις του Schlumberger γιά τήν επίδραση της Ελληνίδος πργκίπισσας στό Γερμανικό κράτος: "... μεγάλη υπήρξεν η ροπή, ήν ήσκησεν επί του γερμανικού λαού η Ελληνίς αύτη ηγεμονίς, η εγγονή του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου .... ου μόνον η Σικελία καί η Ιταλία, αλλά καί η Γερμανία απέβη κατά τούς χρόνους τούτους υποτελής εις τούς καλλιτέχνας της Κωνσταντινουπόλεως. Τά μνημεία περί της επιδράσεως, ην ήσκησαν εν Γερμανία οι αντιπρόσωποι της βυζαντιακής τέχνης, εναργεστάτας περί τούτου παρέχουσιν αποδείξεις ..... Οι Ελληνες δικάιως υπερηφανεύονται επί τω ότι έδωκαν τω γερμανικώ λαώ ηγεμονίδα τοσούτον λαμπραίς περικοσμουμένην βασιλικαίς αρεταίς......". Η Θεοφανώ ανάθρεψε τόν γιό της Οθωνα Γ' μέ ελληνική παιδεία ορίζοντας ως παιδαγωγό τόν ιερέα Ιωάννη Φιλάγαθο από τό Ρωσσανό της Καλαβρίας. Ο Βασίλειος προσπάθησε επίσης νά τοποθετήσει στόν παπικό θρόνο τόν πιό πάνω ιερέα, αλλά απέτυχε.

Φυσικά δέν πρέπει νά λησμονούμε τήν λησμονημένη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τήν Κάτω Ιταλία, η οποία κατά τούς χρόνους του Βασίλειου Β' σημείωσε μέγιστη ακμή. Τό κείμενο του ιστορικού Λενορμάν πού παρατίθεται παρακάτω επιβεβαιώνει τήν ελληνικότητα της Καλαβρίας, η οποία αποτελούταν από συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς μέ πλήθος βυζαντινών εκκλησιών καί μοναστηριών. Ο μέγας ιεράρχης Αγιος Νείλος ήταν εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής, καί κάθε μέρα αφιέρωνε τρείς ώρες στήν αντιγραφή κειμένων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων καί των Πατέρων της Εκκλησίας. Μέ τήν βοήθεια του Γρηγορίου Τραχανιώτη, του βασιλικού πρωτοσπαθάριου καί κατεπάνω της Ιταλίας, της οποίας πρωτεύουσα ήταν η Βάρη, μπόρεσε νά εδραιώσει τήν βυζαντινή εξουσία στην περιοχή αυτή, απωθώντας τους Αραβες επιδρομείς από τήν Σικελία καί τούς Ιταλολομβαρδούς από τό βορρά. Δυστυχώς καί αυτή η ελληνική περιοχή έμελλε να χαθεί γιά πάντα, μετά τίς επιδρομές των Νορμανδών, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε παρά τήν προσπάθεια του Βατικανού, διασώζονται ακόμα καί σήμερα Ελληνικά ήθη, θρησκεία καί γλώσσα. Ανεξάντλητος, αν καί σέ προχωρημένη ηλικία πλέον, ο Βασίλειος σχεδίαζε νά επιτεθεί κατά της Σικελίας γιά νά τήν επαναφέρει στήν βυζαντινή επικράτεια, αμέσως μόλις τελείωσε μέ τήν βουλγαρική απειλή. Όμως ο θάνατος τόν πρόλαβε στίς 15 Δεκεμβρίου του 1025. Ο μεγάλος στρατηλάτης αυτοκράτορας τάφηκε σύμφωνα μέ τίς επιθυμίες του στή μονή της Θεοτόκου, στό προάστιο Έβδομον, κοντά στά τείχη γιά νά παρακολουθεί τούς στρατιώτες του όταν αναχωρούν γιά τίς εκστρατείες τους.

Οπως έχουμε αναφέρει, στο εσωτερικό μέτωπο ο κυριότερος στόχος του Βασιλείου ήταν η μεγάλοι γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας καί οι παντοδύναμοι αριστοκράτες. Γι'αυτό εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα μέ τά οποία επιχειρούσε νά πλήξει αυτά τά αρπακτικά. Έτσι, το 996, με ένα διάταγμα του τό Αλληλέγγυον, απαιτούσε την επιστροφή των εδαφών που είχαν αφαιρεθεί, με διάφορες μεθόδους, από το 922 και μετά στους προηγούμενους κατόχους τους, που συνήθως ήταν μικροϊδιοκτήτες. Επαναφέροντας σέ ισχύ ένα παλιό νόμο του Νικηφόρου Α΄, καθόριζε πώς η πληρωμή του φόρου Αλληλέγγυον, θά γινόταν από τόν πλησιέστερο πλούσιο κάτοχο γης, όταν κάποιος μικροϊδιοκτήτης αδυνατούσε νά τόν πληρώσει. Έτσι, πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς γη, η οποία κατέσχετο ή διαμοιραζόταν σέ ακτήμονες γεωργούς. Τό αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γέμισε από τίς πωλήσεις της κατασχόμενης γης καί από τούς φόρους καί οι φτωχοί καλλιεργητές ανακουφίστηκαν. Η δυσαρέσκεια της τάξης των πλουσίων θα εκδηλωθεί ανοιχτά μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου καί η πορεία πρός τόν φεουδαλισμό καί τήν συγκέντρωση καί πάλι μεγάλων εκτάσεων γης σέ λίγα χέρια θά καταστεί ανεξέλεγκτη από τήν κεντρική εξουσία μέ αποτέλεσμα οι φτωχοί αγρότες πού αποτελούσαν τή ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού νά εξαθλιωθούν καί η Μικρά Ασία να πέσει λίγα χρόνια αργότερα στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων.

Ο Βασίλειος έκανε τό ίδιο λάθος πού έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος. Δέν διάλεξε ικανό διάδοχο πού θά συνέχιζε τό έργο του. Αυτό τό λάθος είχε ως αποτέλεσμα νά καταρρεύσει όλο τό οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τόν θάνατο του από τήν ανικανότητα του διαδόχου καί αδελφού του Κωνσταντίνου καί των υπόλοιπων ανίκανων βασιλιάδων, πού σέ λίγα χρόνια θά φέρουν τό Βυζάντιο στό χείλος της καταστροφής, μέχρι τήν σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού. Τελειώνουμε τήν αναφορά στόν μέγιστο της Ρωμηοσύνης μέ τήν κρίση των Ψελλού καί Ζωναρά. "ο ηγεμών ούτος αφ'ου καί τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε τήν δέ αριστοκρατία καθαιρέσας ισότιμον πρός τάς άλλας κοινωνικάς τάξεις κατέστησε καί εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών τό κράτος ετύγχανεν..... δαπανούσε μόνον τά αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέ προσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τά ταμεία των ανακτόρων....... αλλ' ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τόν πλείστον της αρχής αυτού χρόνον....".
"Δέν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων τήν πορφύραν, ίνα διακρίνηται, ότε εις τάς θρησκευτικάς τελετάς παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ησαν εις τά ταμεία αποτεθειμένοι...."


Nikos Deja Vu
http://n1999k.blogspot.com

No comments:

Post a Comment